Imagens das páginas
PDF
ePub

30

κού ταύτα ταύτη ξυνθανείν πεπρωμένα
ως δ', ήν ποτ' όρνις ή περίκλυτος θάνη
φοίνιξ μονόζυξ, εκ τέφρας άνίσταται
νέα τις όρνις, τη πάροιθ' ίσον τέρας:
ούτω σκότους ήδ' έκλυθεϊσ' ανθρωπίνου
λείψει τόδ' εύχος ανδρί γενναίω τινι,
δς τιμίου τήσδ' έκγονος σπoδoύ φανείς,
λαμπρός τις αστήρ ως, ίσον τιμώμενος,
αιώνα τον πάντ' έμπεδος σταθήσεται.

1824.]

ΠΟΡΤΙΑ. ΑΝΤΩΝΙΟΣ. ΣΥΛΩΚΟΣ.
ΠΟΡ. ΥΠΕΡΦΥΑ τιν' εισάγεις δίκην, γέρον,

αλλ' έννομος γάρ έστιν, ην στείλεις, οδός,
ου τήσδε σ' οδοί τ' είργαθεϊν νόμοι πόλεως.-

συ τώδ' υπόδικος, έμπορο, ει ; ANT.

φησίν γ' ώδε.
ΠΟΡ. και ξυμβολαία ταυτα συμβαλείν λέγεις ;
ΑΝΤ. λέγω ξυνέβαλον, ουδ' απαρνούμαι το μή.
ΠΟΡ. Εβραϊε, σοι δ' ούν τόνδ' έποικτείρειν πρέπον.
ΣΥΛ. τίς γάρ μ' ανάγκη και τούτό μοι σαφώς φράσον.
ΠΟΡ. ουκ εξ ανάγκης οίκτος, αλλ' εύφρων έφυ,

στάζει δ' όπως απ' ουρανού χλωρά δρόσος 10
φίλο βρέχουσα την ένερθ' αίαν πότω.
δις δ' εστί χρηστός: εξ ίσου γαρ ωφελεί
τον δόντα, τον λαβόντα θ': υψίστοις δ' αεί
ύψιστος εμπέφυκεν, εύθρόνοις πλέον
πρέπων μοναρχούς ή στέφος χρυσήλατον:
σκήπτρον μεν άρχής μαρτυρεί θνητου κράτη,

C 2

The attribute to awe and majesty,
Wherein doth sit the dread and fear of kings :
But mercy is above this sceptred sway;
It is enthroned in the hearts of kings ;
It is an attribute to God himself;
And earthly power doth then shew likest God's,
When mercy seasons justice. Therefore, Jew,
Though justice be thy plea, consider this,-
That in the course of justice, none of us
Should see salvation : we do pray for mercy,
And that same prayer doth teach us all to render
The deeds of mercy. I have spoke thus much,
To mitigate the justice of thy plea;
Which if thou follow, this strict court of Venice
Must needs give sentence 'gainst the merchant here.

Shy. My deeds upon my head ! I crave the law, The penalty and forfeit of my bond.

τιμή ξύνεδρος παντελεί τ' εξουσία,
εν αις ανάκτων έμφοβον κείται σέβας
οίκτος δε κρείσσων τήσδ' έφυ σκηπτουχίας,
έν γάρ τυράννων καρδίαις έχει θρόνον, 20
καυτώ ξύνεδρός έστιν εξ αρχής Θεό
και τηνικαύτα πάντα ταν θνητοίς κράτη
μάλισθ' ομοία γίγνεται Θείω κράτει,
όταν ξυν οίκτο πλείστα συγκράθη δίκη.
συ δ' ούν, λέγων περ ένδικο, ευ τόδ' εννόει,
θ' ούνεκ' ουδείς ξυν δίκη σωθήσεται,
όσουπερ εισορώμεν ήλιον βροτοί:
ότούν το Θείον εν λιταίς αιτούμεθα
νέμειν βροτοίσιν οίκτον, αδδ' ημάς λιται
πάντως διδάσκουσοίκτον αλληλούς νέμειν. 30
κάγώ, προφωνών ταύτα, βούλομαι λόγων
των σων, Εβραϊε, τούνδικον παρηγορείν
οίς ήν επίσπη, τήνδε την σεμνήν έδραν

ψήφον δικαίαν χρή κατ' εμπόρου φέρειν. ΣΥΛ. είς κράτ' εμαυτώ τάργα τάμαυτού πέσοι:

ου γάρ νόμος δίδωσιν αιτούμαι τυχεϊν,
των ξυμβολαίων ενδίκου τιμήματος.

[blocks in formation]

John. How oft the sight of means to do ill deeds,
Makes deeds ill done! Hadest not thou been by,
A fellow by the hand of nature mark'd,
Quoted, and sign'd, to do a deed of shame,
This murder had not come into my

mind :
But, taking note of thy abhorr'd aspect,
Finding thee fit for bloody villany,
Apt, liable, to be employ'd in danger,
I faintly broke with thee of Arthur's death ;
And thou, to be endeared to a king,
Made it no conscience to destroy a prince.

Hub. My lord, —

John. Hadst thou but shook thy head, or made a pause, When I spake darkly what I purposed; Or turn'd an eye of doubt upon my face, As bid me tell my tale in express words; Deep shame had struck me dumb, made me break off, And those thy fears might have wrought fears in me: But thou didst understand me by my signs, And didst in signs again parley with sin; Yea, without stop, didst let thy heart consent, And, consequently, thy rude hand to act

ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ. ΟΥΒΕΡΤΟΣ.
ΙΩΑΝ. ΩΣ καιρός έργων ηνίκ' αν παρή κακών

πείθει τα πλείστα ραδίως κακέργα δράν:
έμου γάρ ει μή πλησίος παρήσθα συ,
ούπερ χαρακτήρ εμπέφυκε σώματι,
σαφές τε σημ, ό σεξέδειξεν ευτρεπή
τολμάν και τους τολμώσιν αισχύνην φέρει,
ουκ εις εμήν φρέν' ούτος ήλθεν άν φόνος
το σον δ' απεχθές όμμα τηρήσας εγώ,
ιδών σάριστον αίματος ξυνεργάτην,
και παμπόνηρον, έν τε κινδύνοις θρασύν, 10
λόγοισι κρυπτοίς ευλαβώς ήνιξάμην,
πειρώμενός σου, παιδός Αρθούρου φόνον:
και προσφιλή συ τον τυραννεύοντέχειν

θέλων, ανεϊλες παιδ' εκών τυραννικόν.
ΟΥΒ. Ώ δέσποτ'-
ΙΩΑΝ.

-Ει γάρ εισάπαξ το σον κάρα έσεισας, ή τότ' ήπόρησας, ηνίκα & δράν έμελλον είπον, αλλ' ουκ εμφανώς, ή πρός μ' έτεινας όμμαθ', ως αμηχανών, κάμ' ήξίωσας & "λεγον σαφώς λέγειν, άφθογγος ευθύς ήν αν αισχύνης ύπο, αφείς τα τών πριν φροντίδων βουλεύματα, το σόν τε δεϊμα δείμ' εμοι παρεΐχεν άν. συ δ' ευ ξυνήκας ταμά, γευμάτων δία, δι' ών σον αύθις εξεσήμηνας λόγον ή μην ατρέστη καρδία ξυνήνεσας, κάπειτέπραξας αγρία πρόφρων χερι, τούργον τόδ', ουπερ τούνομεξειπείν μόνον

20

« AnteriorContinuar »